ΕΝΟΡΙΑ  ΑΓΙΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Μακάριοι ούς εξελέξω και προσελάβου Κύριε

Αρχική Σελίδα

Ένα μνημόσυνο σε πρόσωπα της ενορίας μας των οποίων
ο βίος και η πολιτεία αποτελεί για μας παράδειγμα

 

Δεν έχουμε πρόθεση να υμνήσουμε ή να εγκωμιάσουμε με λόγους ρητορικούς και στομφώδεις, τους πιο κάτω κεκοιμημένους αδελφούς μας, πράγμα άλλωστε που δεν ταιριάζει με το ήθος τους. Απλά, αισθανόμαστε ότι άνθρωποι οι οποίοι ζουν στη σιωπή και στη αφάνεια του κόσμου τούτου, με την κοίμησή τους αξίζει τον κόπο να γίνεται αναφορά και να φωτίζονται κάποιες έστω άγνωστες πτυχές της ζωής τους, όχι επειδή το έχουν ανάγκη, αλλά πολύ απλά για δική μας ωφέλεια και παραδειγματισμό. Κοινό χαρακτηριστικό και των πέντε ενοριτών μας είναι η αναφορά τους στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στο ναό αυτό, που από την πρώτη στιγμή που οικοδομήθηκε, συνήθιζαν να μετέχουν στις ακολουθίες και τα μυστήρια. Ήταν ένας χώρος που σέβονταν και αγαπούσαν πολύ. Μπορεί οι αδελφοί μας αυτοί να έφυγαν από αυτή τη ζωή, ωστόσο άφησαν πίσω τους εμάς στην στράτα προς τον ουρανό. Αν ακολουθήσουμε κι εμείς την στράτα αυτή, θα μπορούμε να έχουμε την βεβαιότητα πως θα τους ξαναδούμε, κι αυτό γίνεται με την ένωση μας με τον Χριστό που σημαίνει αιώνια ζωή, εφόσον ο Χριστός είναι η ζωή. Αυτό άλλωστε βεβαιώνει και το αποστολικό ανάγνωσμα της εξοδίου ακολουθίας: «Εάν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να πιστεύουμε ότι, ο Θεός αυτούς που πέθαναν, πιστεύοντας στον Ιησού, θα τους αναστήσει για να ζήσουν μαζί του». Επομένως, είναι ανάγκη να δώσουμε και εμείς όλοι μας, μίαν υπόσχεση και μίαν ευχή. Υπόσχεση πως θα πρέπει να μείνουμε ενωμένοι με τον Χριστό, για να έχουμε αιώνια ζωή και ευχή: «καλή αντάμωση αδελφοί μας όταν ένα ένα θα μας καλεί ο Χριστός κοντά του». Τέλος… και μια ευχή που ίσως να είναι η μοναδική που αρμόζει σε γνήσιους ορθόδοξους Χριστιανούς.

 

Καλή Ανάσταση ! ! !

 

 

 

 

Πρωτοπρεσβύτερος Ευέλθων Χαραλάμπους (+27 Ἰουνίου 2011)

 

       Στίς 27 Ἰουνίου ἄφησε αἰφνιδίως τήν τελευταία του πνοή στήν μονή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στό Αἴγιον ὁ π. Εὐέλθων Χαραλάμπους. Ὁ θάνατός του κατασυγκλόνισε τούς πάντες. Τό κενό πίσω του κάτι περισσότερο ἀπό δυσαναπλήρωτο. Ἡ Ἐκκλησία πτωχότερη. Ὁ π. Εὐέλθων ἦταν ἕνας ἀπό τούς καλύτερους, γιά νά μήν πῶ ὁ καλύτερος τῶν ἱερέων. Μόνον ὅσοι τόν γνώρισαν καί ἔψαυσαν ἀπό κοντά μποροῦν νά κάνουν αὐτή τήν διαπίστωση.

       Πονεμένος ὁ ἴδιος ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή τοῦ 1974, τήν προσφυγιά πού ἀκολούθησε καί τόν πρό δεκαπανταετίας θάνατο τοῦ πρωτότοκου  παιδιοῦ του, τοῦ Χριστοφόρου, ἀλλά καί γαλουχημένος μέ τά νάματα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας καί ζωῆς, ἔμαθε νά ἀντιμετωπίζει σωστά τή ζωή καί τόν θάνατο. Προεῖδε, θά λέγαμε τόν θάνατό του, καί σέ μία του ἐπιστολή τόν κατέγραψε, κατέγραψε τίς τελευταῖές του νεκρικές ἐπιθυμίες, ἐξομολογήθηκε δημοσίως καί ζήτησε συγνώμη ἀπό τούς πάντες. Ἡ ἐπιστολή αὐτή τήν ὁποία δημοσιεύουμε πάρα κάτω ἀποτελεῖ βάλσαμο στίς ψυχές ὅλων μας, μά περισσότερο στίς ψυχές τῆς συζύγου του καί τῶν παιδιῶν του. Ἀποτελεῖ τήν ὀρθή θεώρηση τοῦ θανάτου ἀπό ἕνα ὀρθόδοξο κληρικό, ἀλλά καί διδάσκει ποῖα θά πρέπει νά εἶναι ἡ στάση μας ἔναντι τῆς πρόσκαιρης τούτης ζωῆς.

Ὁ π. Εὐέλθων στήν Ἱεραποστολή.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ἐπειδή εἶναι ἄδηλος καί ἄγνωστος τοῦ καθενός ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, σημειώνω ἐδῶ λίγα λόγια, σάν διαθήκη, καί ὄσα εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ τά παιδιά μου νά τά ἐφαρμόσουν.

Τά χρόνια πού ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ζήσω στή γῆ ἦταν ἀρκετά, ὥστε νά πέσω σέ πολλά ἁμαρτήματα. Ὅσα θυμόμουνα καί ὅσα μπόρεσα τά ἔχω ἐξομολογηθεῖ σέ πνευματικούς Πατέρες. Γιά ὅσα λησμόνησα ἤ δέ μπόρεσα νά ἐξομολογηθῶ, παρακαλῶ τό Θεό νά γίνει ἵλεως καί γιά μένα καί νά δείξει τό ἔλεός του σέ μένα τόν ἁμαρτωλό.

Ἀξιώθηκα, χωρίς νά τό ἀξίζω, νά εἰσέλθω στίς τάξεις τοῦ Κλήρου. Τό τιμητικό αὐτό γιά μένα γεγονός θά γίνει αἰτία γιά πιό αὐστηρή κρίση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Γιατί τό ξέρω, δέν ἤμουνα σάν κληρικός αὐτός πού ἔπρεπε νά ἤμουν. Λυποῦμαι καί ζητῶ συγγνώμη ἀπό ὅσους σκανδάλισα ἤ ἐπίκρανα ἤ ἐπλήγωσα ἤ τούς φέρθηκα μέ τρόπο πού δέν ἔπρεπε. Ζητῶ ἀπό ὅλους συγγνώμη. Ταυτόχρονα ἔχω ἥσυχη τή συνείδηση ὅτι κανένα δέν ἔβλαψα ἐνσυνείδητα. Λάθη διέπραξα. Σέ ἁμαρτίες ὑπέπεσα. Ἐσκεμμένα, ὅμως, δέν ἀδίκησα καί δέν ἔβλαψα.

Ἐκείνους πού περισσότερο στενοχώρησα ἤ πίκρανα μέ τή συμπεριφορά μου, εἶναι ἡ σύζυγος καί τά παιδιά μου, τά πρόσωπα πού ἀγάπησα περισσότερο σ' αὐτό τόν κόσμο. Παρακαλῶ νά μήν μοῦ κρατοῦν κακία καί νά προσεύχονται γιά τή ψυχή μου.

Ἐκεῖνο πού ἔντονα θέλω εἶναι νά ἔχουν πάντα ἀγάπη μεταξύ τους. Ὁ Γιῶργος μέ τή Μαρία καί τά παιδιά τους. Ὁ Δημήτρης καί ἡ Χρύσω καί τά παιδιά τους. Ἡ Ἀνδρούλα μέ τά παιδιά μας.

Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά εὐχαριστήσω ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μου τό Θεό γιά τή γυναίκα πού μοῦ χάρισε. Ἄν σάν κληρικός, σάν πατέρας, σάν ἄνθρωπος μπόρεσα νά κάμω κάτι στή ζωή, αὐτό ὀφείλεται στήν Ἀνδρούλα. Στάθηκε δίπλα μου σάν ἡ πιό ἄξια σύζυγος, μητέρα καί κατ' ἐξοχήν πρεσβυτέρα. Ἡ γυναικεία διαίσθηση, ἡ ὀξυδέρκεια καί ἡ αὐστηρή κριτική της μέ προστάτευσαν σέ κρίσιμες ὧρες. Ἡ ἀφοσίωση καί συμπαράστασή της ἦταν διαρκής, ἔστω κι ἄν ἐγώ πολλές φορές τήν πλήγωσα μέ τόν ἐγωισμό καί τήν ἀπαράδεκτη συμπεριφορά μου. Τήν παρακαλῶ νά μέ συγχωρέσει γιά ὅλα.

Πέρα ἀπό τά κατά σάρκα παιδιά μου, τό Χριστόφορο, τή Μαρία, τό Γιῶργο, τή Χρύσω καί τό Δημήτρη, ἐξ ἴσου ἀγάπησα καί τά ἄλλα μου παιδιά, τόν κόσμο τοῦ Παραλιμνιοῦ. Ἔκαμα γι' αὐτούς ὅ,τι καλύτερο μπόρεσα. Ἔκλαψα στόν πόνο τους καί χάρηκα στίς χαρές τους. Βέβαια ἔκαμα καί πολλά λάθη στή μακροχρόνια διακονία μου, ἀφοῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά κρατήσω πολλές φορές σημαντικά πόστα καί καίριες θέσεις, τόσο σάν κληρικός, ὅσο καί σάν ἐκπαιδευτικός.

Παρηγοριέμαι μέ τή σκέψη ὅτι μόνο ἐκεῖνοι πού δέν κάνουν τίποτε δέν διατρέχουν τόν κίνδυνο νά ὑποπέσουν σέ λάθη. Ἐνῶ, ὅσοι ἐργάζονται, σίγουρα στήν πορεία τους θά διαπράξουν πολλά.

Τό πρῶτο πού θά ἤθελα νά πῶ εἶναι ὅτι καμμιά περιουσία ὑλική ἤ ὅποιο δήποτε ἄλλο περιουσιακό στοιχεῖο δέν ἔχω καί δέν ἀφήνω. Ἐάν εὑρεθοῦν στό ὄνομά μου κάποιες καταθέσεις ἤ ὁποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεῖα, αὐτά δέν ἀνήκουν σέ μένα. Πρόκειται γιά χρήματα πού κατά καιρούς μοῦ δόθηκαν γιά πτωχούς καί δέν πρόλαβα νά τά δώσω. Νά διατεθοῦν σέ φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Τό μόνο πού ἀφήνω στά παιδιά μου εἶναι ἡ εὐχή καί ἡ ἀγάπη μου. Ἐάν μέ ἐλεήσει ὁ Θεός, οἱ προσευχές μου θά εἶναι μαζί τους καί στήν μετά τόν θάνατο ζωή. Δικό τους εἶναι καί ὅ,τι ἄλλο βρίσκεται στό σπίτι μας.

Ὅταν θά μέ ἑτοιμάζουν γιά τόν τάφο δέν θέλω νά μέ ντύσουν μέ πλήρη ἱερατική στολή. Τά ράσα μου κι ἕνα ἐπιτραχήλιο μοῦ φτάνουν.

Ἥ Ἀκολουθία στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ὅσο πιό ἁπλά καί λιτά. Δέν χρειάζονται ἐπικήδειοι. Οὔτε πολλοί παπάδες. Θά ἤθελα, ὅμως, νά εὑρίσκονται παρόντες ὅσοι μέ ἀγάπησαν.Θέλω τήν προσευχή τους, νά ἐλεήσει ὁ καλός Θεός τήν ψυχή μου.

Γιά τάφο θά ἤθελα ἐκεῖνο τό χῶρο πού εὑρίσκεται δεξιά τοῦ τάφου τοῦ Χριστόφορου (ὄχι πρός τόν διάδρομο). Πάνω στόν τάφο, στό ἐπίπεδο τοῦ ἐδάφους, σέ μιά λευκή πλάκα νά χαρακτοῦν τά ἀρχικά μου, ἡ ἡμερομηνία θανάτου μου καί τό πιό κάτω Κάθισμα ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου:

π. Ε. Χαραλ.

.. /.. /20 ..

Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαι μοι σπεῦσον·

ἀσώτως τόν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον·

εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τοῦ ἐλέους Σου.

Νῦν πτωχεύουσαν, μή ὑπερίδῃς καρδίαν·

σοί γάρ, Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω·

Ἥμαρτον· σῶσον με.

 

*   *   *   *   *

 

Ανδρέας Μιχαλίδης-

ένας ήρωας της τουρκικής εισβολής του 1974

 

Γράφει ο αγωνιστής πατέρας στον ήρωα υιό του.

 

     Αγαπητέ μου γιε,

    Δεν μπόρεσα την άλλη φορά, και να με συγχωρέσεις, που δεν σου' πα και εγώ δυο λόγια. Έχασα τα λογικά μου και δεν θυμάμαι καθόλου τί μου γινόταν. Ούτε ξέρω ποιος μίλησε, δεν θυμούμαι καθόλου, γι' αυτό ζητώ να με συγχωρέσεις.

    Άστραψε και βρόντησε ο ουρανός, χαλασμός κόσμου και εμείς ρωτούσαμε να μάθουμε για τον Ήλιο μας, να σπρώξουμε μακριά το μαύρο σύννεφο το απειλητικό. Δεν τα καταφέραμε όμως να βρούμε πουθενά τον άνθρωπό μας. Το γενεαλογικό δέντρο του Νίκου και της Καλλισθένης δέχθηκε βαρύ χτύπημα. Αποκόπηκε αυτό το τρυφερό κλαρί του, το στερνό παιδί του Νίκου και της Καλλισθένης, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης.

    Η σύναξη όλων εδώ που ήρθαν να σε αποχαιρετήσουν, που δεν μπορέσαμε την άλλη φορά, ήρθαμε εδώ τώρα εις ένδειξη τιμής και αγάπης, αγαπημένε Γιε.. Τι να πω σήμερα Γιε μου αγαπημένε. Το ύστατο χαίρε το ηρωικό μα και το πένθιμο. Ήσουν γενναίο παιδί με τα θαμπόχρυσα κουμπιά σου, με αστέρα στον ώμο και το πιστόλι στην κόξα σου.. Με τους στρατιώτες ζερβά, δεξιά και όταν ήρθε η στιγμή ανταποκρίθηκες στο κάλεσμα της πατρίδας μην έρθουν οι κουρσάροι και κουρσέψουν αυτόν τον τόπο. Δεν πρόδωσες τα όπλα αλλά προδώθηκες ότι ήσουν κρυμμένος με τους στρατιώτες σου. Σε θρηνούμε σήμερα γιατί χάσαμε ένα αντρειωμένο παλλικάρι της οικογένειας. Ήσουν για μας ο λεβέντης και το πρωτοπαλλίκαρον της οικογένειας, ο συμπαραστάτης σε κάθε δυσκολία, ο δεύτερος πατέρας, το καμάρι μας.. Ένιωθα περήφανος για σένα. Δεν πρόλαβα όμως να τα πούμε. Νιώθουμε την δυστυχία που μας πλάκωσε σαν μυλόπετρα. Τα δάκρυα μας στεναγμό δεν είχαν.. τώρα δέσαμε κόμπο στην καρδιά μας, παλέψαμε με τον πόνο μας και ήρθαμε να σου πούμε το στερνό αντίο.

    Και τώρα μια συμβουλή... Στον άλλο κόσμο που πήγες δεν θα' σαι μόνος, πολλούς θα  συναντήσεις. Πρόσεξε όμως μη λάχει και διψάσεις και σε ξεγελάσει ο πικροχάροντας και πιεις το νερό της λησμονιάς και μας ξεχάσεις. Να μας θυμάσαι, να μας αγαπάς όπου και να' σαι. Εγώ σπίτι μου δεν σε χάρηκα, ας σε χαρεί η Πατρίδα.

 

Νικόλας Μιχαηλίδης

αγωνιστής ΕΟΚΑ 1955-1959.

Επιμνημόσυνος λόγος στο πρώτο επίσημο μνημόσυνο του ήρωα τον Ιούλιο του 2011.

 

*   *   *   *   *

Στέλιος Χατζηλίας

 

18 Αυγούστου του 1927 ο Γεώργιος και η Αγάθη Χατζηλία από την Λάπηθο φέρουν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, το οποίο αμέσως με την γέννηση του, επειδή θεωρήθηκε ως μη ολοκληρωμένο και καταδικασμένο να μην ζήσει, το άφησαν για να πεθάνει. Τελικά όμως η πρόνοια του Θεού επέτρεψε το παιδί αυτό όχι μόνο να ζήσει, αλλά να μεγαλώσει στην όμορφη Λάπηθο, να εργαστεί, να παντρευτεί την υπέροχη Άννα Μασιά και να αποκτήσει μαζί της παιδιά και εγγόνια, τα οποία και είναι ευγνώμονες και περήφανοι γι΄αυτούς. Σεμνός, απονήρευτος νους, πιστός και φιλακόλουθος όπως ήταν, υπάκουσε και τώρα όπως και σε όλη του την ζωή, το κέλευσμα και πήγε κοντά στον Χριστό. Ως άνθος της στρατευομένης Εκκλησίας, μεταφυτεύθηκε στην θριαμβεύουσα, προπορευόμενος για να προσεύχεται για εμάς και να μας περιμένει.

Ο ογδόνταχρονος Στέλιος Χατζηλίας προσκλήθηκε στις 23 Μαρτίου  από τον Θεό να τελειώσει το επίγειο ταξίδι της ζωής του και να φτάσει στο γαλήνιο λιμάνι του ουρανού. Εκοιμήθηκε, ημέρα Κυριακή, αναστάσιμη ημέρα, επομένως η κοίμησή του μετατρέπεται σε προσδοκία ανάστασης την οποία και πίστευε. Μάλιστα το πρωί εκείνης της Κυριακής ενώ περιλήφθηκε το όνομά του στην Προσκομειδή και στη Θεία Λειτουργία στους εν ασθενεία ευρισκομένους, λίγο προ της απολύσεως από τη Θεία Λειτουργία μνημονεύθηκε στους κεκοιμημένους. Ήταν η στιγμή που μόλις είχε απολυθεί από την επίγεια τούτη ζωή και έτσι από την στρατευόμενη ανήλθε στην θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ενταφιάστηκε στις 24 Μαρτίου παραμονή της εορτής της Παναγίας, την οποία ευλαβείτο αλλά και πολύ έντονα επικαλείτο στη πρόσφατή του δοκιμασία. Θαυμασμό προκάλεσε η απόλυτη ηρεμία και μακαριότητα του προσώπου του, όπως επίσης και η πλήρης ευληγησία του σώματός του μέχρι και την ώρα της ταφής του.  

Είναι αλήθεια πως πάντοτε οι νεότεροι ζούμε από τους προγόνους μας, δηλ. σε κάθε περίσταση της ζωής, ιδιαίτερα τις δυσκολότερες, θυμόμαστε πώς εκείνοι τις αντιμετώπιζαν και είτε είναι κοντά μας, είτε είναι στον ουρανό, ακολουθούμε το παράδειγμα τους. Αυτό συμβαίνει και με τον αγαπητό μας παππού, ο οποίος αποτελεί ίσως ένα από τα λίγα παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι ξεχωρίζουν για την απλότητα, την φιλοτιμία και την αγνότητα στην καρδιά και το ήθος τους. Στοιχεία, τα οποία χαρακτήριζαν στο παρελθόν τους απλοϊκούς ανθρώπους της Κύπρου. Το να περπατάς και να κόβεις τα χόρτα σε ξένα πεζοδρόμια, το να κλαδεύεις και να καλλωπίζεις δέντρα και φυτά δημοσίων και ιδιωτικών χώρων, το να μαζεύεις τα σκουπίδια στο δρόμο του όποιου ξένου σπιτιού, καθώς και άλλα παρόμοια, ε... δεν θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε και ως πράξη «λογική» και συμφέρουσα για εμάς «τα παιδκιά του 2000», «τα κοπελλούδκια των μακαρουνιών», όπως έλεγε χαρακτηριστικά για τους νέους.

Η αγάπη του για τη φύση ήταν εντυπωσιακή. Η αγωνία του και ο πόνος του γι΄ αυτήν φαίνεται από την απόλυτη αφοσίωση και ενασχόληση προς αυτή. Ώρες ολόκληρες περνούσε παρατηρώντας, αλλά και βλέποντας με ικανοποίηση τα δέντρα και τα φυτά του, τα οποία και είχε σαν παιδιά του. Δεν θα ξεχάσουμε τον πόνο και την πικρία που ένιωσε πριν μερικά χρόνια όταν αντίκρισε το περβόλι του στη Λάπηθο ισοπεδωμένο, όπως και πολλά άλλα του χωριου, των οποίων υπήρξε ο δημιουργός και συντηρητής, να είναι παραμελημένα και ξεραμμένα. Γενικότερα, η μαεστρία του στο να μπορεί να συντηρεί, να μπολιάζει και να δημιουργεί καρπούς στη γη τον καθιστούσαν πραγματικό γεωπόνο.

Πολλές ήταν οι εργασίες, που διεκπεραίωνε με κόπο και μόχθος σε περβόλια και κήπους της Λαπήθου, της Μόρφου και μετά ως πρόσφυγας, οι περισσότερες από τις οποίες σκληρές και με ελάχιστες απολαβές. Αρκετές ήταν οι φορές που έμενε απλήρωτος, ή τον εκμεταλλεύονταν, χωρίς όμως να γογγύζει και να παραπονιέται. Όποια εργασία κι αν είχε ασκήσει, κέρδιζε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Και εδώ μια λεπτομέρεια: Αντιπαθούσε την καθιστική ζωή, δεν του άρεσκε το διάλειμμα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είναι η αργία και πόσο μάλλον η απεργία.

Φτωχός ως συνήθως στα υλικά, αλλά άρχοντας, τουτέστιν άνθρωπος αξιοπρεπής και φιλάνθρωπος. Δεν λυπόταν τα χρήματα για ελεημοσύνη, έστω κι αν ο ίδιος εστερείτο. Ανάλωσε απαρατήρητη τη ζωή του για να αναθρέψει και να στηρίξει, κατά το δυνατόν, όχι μόνο τα δικά του παιδιά αλλά και ορφανά, που οι περιστάσεις της ζωής του επεφύλαξαν και κάθε πονεμένο άνθρωπο που προέκυπτε στο δρόμο του, χωρίς φυσικά να επιζητεί ανταπόδοση. Τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, του ήταν αδιάφορα, γιατί πολύ απλά μέσα του ήταν πλήρως κατασταλαγμένος για την ματαιότητά τους. Η στάση του απέναντι στη ζωή και στο θάνατο ήταν απλή και αληθινή, επομένως ορθόδοξη. Χωρίς ιδιαίτερες φιλοσοφίες και θεωρητικολογίες, είχε μνήμη θανάτου. «Είμαστε όλοι του δευτερολέπτου» διαλαλούσε στις λίγες κουβέντες του.

Ολιγομίλητος, ναι λίγες κουβέντες, όχι πολλά λόγια, τα λόγια του ήταν μετρημένα αλλά πολλές φορές και σοφά. Σοφία προερχόμενη από τη λαϊκή ευσέβεια και παράδοση που έφερε μέσα του. Αθόρυβα πέρασε από αυτή την ζωή, αθόρυβα κι έφυγε απ΄ αυτή με τρόπο ειρηνικό, με τρόπο χριστιανικό. Η βασική του περιουσία η ανθρωπιά, η υπομονή και η τιμιότητά του, στοιχεία τα οποία γνωρίσαμε και θαυμάζαμε και φυσικά καλούμαστε να μιμηθούμε.

 

 

 

 

Μανόλης Σαββίδης

Γεννημένος το 1932 στη Λεμεσό, από γονείς πρόσφυγες από την Αλλάγειαν της Μικράς Ασίας, μεγάλωσε με θύμησες και διηγήσεις για την χαμένη πατρίδα.

Οι γονείς του Γιώργος και Χαρίκλεια, ρίζωσαν σιγά-σιγά στη ξένη γη – μη ξεχνώντας ποτέ τη γη των προγόνων τους. Έτσι μεγάλωσαν και τα 3 παιδιά τους – ο Μανόλης ο μεγαλύτερος στη σειρά-  με πίστη στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και μεγάλη αγάπη πατρίδα. Ο Μανόλης υπήρξε πολύ δραστήριο και ενεργό μέλος στα κοινά. Τελειώνοντας το γυμνάσιο, εργάστηκε για λίγο ως εκτελωνιστής  και αργότερα διορίστηκε στην Οθωμανική τράπεζα την μετέπειτα Grindlays και Λαϊκή.

Αρχές του Μάρτη του 1955 προσχώρησε στις τάξεις της Ε.Ο.Κ.Α. Τον διακατείχε ο μεγάλος πόθος για Ελευθερία. Σύντομα λόγω του ευσυνείδητου χαρακτήρα του και της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που έτρεφε ο Αρχηγός Διγενής προς το πρόσωπό του, ανέλαβε την Αρχηγία Λεμεσού και περιχώρων. Δούλεψε με πραγματική πίστη στον αγώνα. Συνελήφθηκε και βασανίστηκε στα κρατητήρια Κοκκινοτριμηθιάς. Ο Μανόλης υπήρξε εξαιρετικά εχέμυθος και έμπιστος και για το λόγο αυτό επιλέγηκε από τον Αρχηγό ως ένας από τα ελάχιστα άτομα που γνώριζαν το κρησφύγετο του και είχε απευθέιας επικοινωνία μαζί του.

Μετά το τέλος του Αγώνα, γνώρισε και παντρεύτηκε την Εύα Θεοφίλου Τουμάζου από την Αμμόχωστο. Μετακόμισε οριστικά εκεί. Απέκτησαν από το γάμο τους 2 κόρες, την Άρτεμη και την Χαρά. Το 1974, έμελλε να ζήσει τις ίδιες τραγικές στιγμές με τους γονείς του, προσφυγιά και ξεριζωμός. Πρόσφυγας στην ίδια του την πατρίδα.

      Μετά από αρκετές ταλαιπωρίες, αποφασίζουν να εγκατασταθούν προσωρινά στη Λεμεσό, μέχρι την επιστροφή στην Αμμόχωστο. Εξακολουθεί να εργάζεται στη Λαϊκή Τράπεζα με ζήλο και εργατικότητα. Οι ανάγκες της Τράπεζας  της τράπεζας τον θέλουν στην Λευκωσία όπου και μένει πλέον στη Λακατάμια με την οικογένεια του, στην ενορία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Με την αφυπηρέτησή του –ως  διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας- αρχίζουν να παρουσιάζονται προβλήματα υγείας με σοβαρότερο την νεφρική ανεπάρκεια. Με ιώβεια υπομονή, αντιμετώπισε τις πάμπολλες δυσκολίες και πόνους. Αρκετές υπήρξαν οι φορές που έφθασε προ των πυλών του θανάτου αλλά με θαυμαστό τρόπο συνέχιζε να ζει.

Πράγματι, αγωνίστηκε μέχρι το τελευταίο λεπτό της ζωής του, σαν πραγματικός αγωνιστής, για να παραδοθεί έτοιμος στα χέρια του Θεού που τόσο αγάπησε. Έφυγε από την επίγεια ζωή την 1η Μαρτίου το 2008, ήσυχα, αθόρυβα, με απέραντη υπομονή και αξιοπρέπεια, στοιχεία που χαρακτήριζαν άλλωστε ολόκληρη τη ζωή του. Το ήθος και οι αγώνες –εθνικοί, οικογενειακοί, προσωπικοί- που διεξήγαγε στη ζωή του μας προξενούν θαυμασμό αλλά και παράδειγμα προς μίμηση.

Η ελπίδα για επιστροφή σ΄ αυτή τη ζωή στην Αμμόχωστο παραμένει ανεκπλήρωτη. Η ψυχή του όμως μπορεί τώρα να πετάξει στην αγαπημένη του πόλη χωρίς περιορισμούς και οδοφράγματα. Ελεύθερη!

 

 

 

Ελένη Φράγκου Κκολή

    Γεννήθηκε στην Σκουριώτισσα στις 25 Σεπτεμβρίου 1930. Γονείς της υπήρξαν ο Γεώργιος Φράγκου από το όμορφο Πέλλα Πάϊς και η Ευφροσύνη Βιολεττή από το ηρωϊκό Δίκωμο.

    Τα παιδικά της χρόνια ήταν δύσκολα. Αν και δεν μπόρεσε να φοιτήσει σε σχολεία, λόγω του επαγγέλματος του πατέρα (βοσκός, γεωργός), ωστόσο είχε και κοινωνική μόρφωσή αλλά κυρίως κατά Θεόν μόρφωση. Τα πνευματικά «γράμματα» τα έμαθε από νεαρή ηλικία, μεγάλωσε μ’ αυτά και τα ζούσε αδιάλειπτα στη ζωή της.

    Ως μάνα αργότερα εννέα τέκνων δούλευε, πάλευε και αγωνιζόταν ψυχή τε και σώματι να αναθρέψει τα παιδιά της και φυσικά να τα κατευθύνει στο Χριστό («εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου»), στον οποίο προσευχόταν θερμά και εμπιστευόταν πλήρως τη ζωή της και αυτήν των παιδιών της. Ζούσε την εκκλησιαστική ζωή και κατανοούσε τα Χριστιανικά γράμματα με τροπό απλό, αγνό και αυθεντικό, αρά ορθόδοξο.

     Οι δοκιμασίες της ζωής ήταν ουκ ολίγες. Ο μακρός εγκλωβισμός στο Καράκουμι αμέσως μετά την εισβολή την ανέδειξαν σε νεώτερη ηρωίδα αφού πάλαιψε κυριολεκτικά με τους Τούρκους για να προστατεύσει τη τιμή των παιδιών της. Ο τρόπος που αντιμετώπισε τις δυσκολίες της προσφυγιάς, την πρώιμη χηρεία της κ.α., εντυπωσιάζει πολύ για το κουράγιο, την υπομονή και τη δύναμη που επέδειξε.

      Όλοι έχουν να πουν πολλά για την ενάρετη ζωής της. Μια ζωή αγώνα και άσκησης, ζωή ολιγόλογη και αθόρυβη. Γι ‘ αυτό και η γιαγιά Ελένη δίδασκε περισσότερο με το παράδειγμά της. Ως  στοργική μητέρα μάζευε κάτω από  τις φτερούγες της αγάπης της όχι μόνο τα δικά της παιδιά, αλλά και κάθε πονεμένο και κατατρεγμένο άνθρωπο.

   Χαιρόταν και συμβούλευε όλους με αγάπη – παιδιά , εγγόνια και δισέγγονα, τα οποία ακολουθούσαν τις συμβουλές της για μια ζωή χριστιανική, με θέληση και προκοπή. Καμάρωνε τα παιδιά της για την κοινωνική τους καταξίωση, αλλά κυρίως για την επαφή τους με την Εκκλησία .

      Ο Κύριός στο πέλαγος της αγάπης του την πήρε κοντά του μετά την εκπλήρωση του τάματος που είχε κάνει να δει και να χαρεί όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Αναχώρησε για την αιώνια ζωή αφού μετάλαβε τα Άχραντα Μυστήρια. Ολοι μας της ευχόμαστε  ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ και καλή αντάμωση.

 

 

 

Αρχική Σελίδα

Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
2314 Λακατάμεια
Τηλ.  22 388980